βαρυσύμφορος

βᾰρῠ-σύμφορος, ον,
A weighed down by ill-luck, in [comp] Sup.

-ώτατος Hdt.1.45

, App.Mac.19. Adv.

-ώτατα D.C.78.41

.
2 [voice] Act., calamitous,

πόλεμος Them.Or.15.184c

([comp] Sup.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυσύμφορος — βαρυσύμφορος, ον (Α) 1. χτυπημένος από βαριά συμφορά 2. εκείνος που επιφέρει μεγάλες συμφορές …   Dictionary of Greek

  • βαρυσυμφορώτερον — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc acc comp sg βαρυσύμφορος weighed down by ill luck neut nom/voc/acc comp sg βαρυσύμφορος weighed down by ill luck adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορωτάτων — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck fem gen superl pl βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορώτατα — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck adverbial superl βαρυσύμφορος weighed down by ill luck neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορώτατον — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc acc superl sg βαρυσύμφορος weighed down by ill luck neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσύμφορον — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc/fem acc sg βαρυσύμφορος weighed down by ill luck neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορωτάτοις — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορώτατος — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορώτερα — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφόρου — βαρυσύμφορος weighed down by ill luck masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσυμφορωτάτας — βαρυσυμφορωτάτᾱς , βαρυσύμφορος weighed down by ill luck fem acc superl pl βαρυσυμφορωτάτᾱς , βαρυσύμφορος weighed down by ill luck fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.